Αρχική Καθηγητές Το βήμα του καθηγητή Η «Φαύστα» του Μποστ: μια κωμωδία που αποκαλύπτει την ανορθογραφία της κοινωνίας

Η «Φαύστα» του Μποστ: μια κωμωδία που αποκαλύπτει την ανορθογραφία της κοινωνίας

Σήμερα που η άλλοτε πανίσχυρη ορθογραφία υποχωρεί σε κάθε είδους εκπτώσεις, η «ανορθόγραφη» ποίηση του Μποστ μοιάζει πιο ζωντανή από ποτέ. Με τον ρομαντισμό και την αθωότητα της στίξης του χαρίζει ανακούφιση σε μια εποχή όπου τα γλωσσικά ήθη έχουν χάσει τη φρεσκάδα τους.

Ξανθούλης Γιάννης

Η «Φαύστα», που ανεβάζει αυτές τις μέρες η ΘΟΚΝΗ, αποτελεί ένα από τα πιο παράδοξα και ταυτόχρονα γοητευτικά θεατρικά εγχειρήματα του Μποστ. Ο τίτλος της, για όσους γνωρίζουν το νεοελληνικό θέατρο, ανακαλεί την ομώνυμη τραγωδία του Βερναρδάκη — έργο ορόσημο όχι μόνο γιατί είναι το τελευταίο του δραματουργού, αλλά και γιατί αποτελεί το κύκνειο άσμα τόσο για την καθαρεύουσα όσο και για τον μεγαλοϊδεατισμό που χαρακτήριζε τη θεατρική- κι όχι μόνο- σκηνή του 19ου αιώνα.

Κι όμως, ο κοινός τίτλος είναι το μοναδικό σημείο επαφής των δύο έργων, παρότι ο συγγραφέας δεν κατάφερε να πείσει τους ομότεχνούς του ότι το έργο του δεν είχε καμία σχέση με το προηγούμενο. Ο Μποστ, το 1963, δανείζεται το όνομα της βυζαντινής Αυγούστας του Βερναρδάκη μόνο και μόνο για να το ανατρέψει πλήρως: η δική του Φαύστα δεν είναι μια μυθική ισχυρή γυναίκα, αλλά μια σύγχρονη αστή — η γυναίκα της διπλανής πόρτας. Το έργο του δεν αναμοχλεύει ιστορικά πάθη, αλλά τα… πάθη της ελληνικής γλώσσας και της νεοελληνικής κοινωνίας. Η αφορμή άλλωστε της συγγραφής του έργου ήταν η πραγματική είδηση της κατασπάραξης ενός αγοριού από ένα θαλάσσιο κήτος το 1961.

μποστ Φαυστα

Στον κόσμο της Μποστιανής Φαύστας, ωστόσο, τα δράματα δεν είναι ιστορικά αλλά γραμματολογικά. Η σύνταξη γκρεμίζεται, οι κανόνες διαλύονται, τα ορθογραφικά στερεότυπα καταρρέουν. Κι όμως, πίσω από αυτό το παιγνιώδες γλωσσικό χάος κρύβεται μια αυστηρή κοινωνική παρατήρηση: η παραμορφωμένη καθαρεύουσα λειτουργεί σαν καθρέφτης της πολιτικής και κοινωνικής στρέβλωσης της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Ο Μποστ, χτυπώντας τη γλώσσα των σαλονιών και της εξουσίας, επιτίθεται στον καθωσπρεπισμό των γλωσσικών «αμυντόρων». Η επίτηδες κακοποιημένη επίσημη γλώσσα μετατρέπεται σε οξύμωρο σύμβολο, σε αλληγορία της κοινωνικής αδικίας. Με μια «ελαφρότητα αβάσταχτη», όπως θα λέγαμε, καταφέρνει να μιλήσει για τα σοβαρά και τα επικίνδυνα, συνδυάζοντας την ειρωνεία με τη βαθιά πολιτική επίγνωση.

Οι στόχοι του ήταν δύο: Πρώτον, δημιουργεί ένα νέο κωμικό ύφος την ώρα που το γλωσσικό ζήτημα παραμένει ανοικτό και η καθαρεύουσα συγκρούεται με τη ζωντανή δημοτική. Δεύτερον —και κυριότερον— χρησιμοποιεί το γλωσσικό χάος για να φωτίσει τις πολιτικές «ανορθογραφίες» μιας χώρας όπου τα πραγματικά λάθη δεν οδηγούσαν απλώς σε μειωμένους βαθμούς σε σχολεία, αλλά και σε πραγματικές εξορίες στα ξερονήσια. Η γλώσσα, φορέας ιδεολογίας καθώς είναι, γίνεται και φορέας της κριτικής της ιδεολογίας και δη της κυρίαρχης.

Το χιούμορ που στηρίζεται στη γλωσσική παραβίαση δεν ήταν άγνωστο στο ελληνικό θέατρο, μα ο Μποστ το μεταφέρει από την περιφέρεια στο κέντρο. Το είχε ήδη εισαγάγει με τις γελοιογραφίες του και τα σατιρικά του κείμενα, το συνέχισε και με τα αντικείμενα που ζωγράφιζε και πουλούσε στο κοινό από το μαγαζί του, «Λαϊκαί Εικόναι». Στη «Φαύστα», όμως, ο λόγος γίνεται το μοναδικό του όπλο και φωτίζει την πιο βαθιά διαστρέβλωση: αυτή της πραγματικότητας.

Μποστ κεραμεικο

Η ιστορία της πρώτης παράστασης έχει κι αυτή τη δική της χροιά σουρεαλισμού. Όπως αφηγείται ο Κωνσταντίνος Βοσταντζόγλου, η Εταιρεία Θεατρικών Συγγραφέων απέρριψε αρχικά το έργο επειδή… υπήρχε ήδη μια «Φαύστα». Στον αντίποδα, ο Κάρολος Κουν, παρότι δήλωσε γοητευμένος, δεν τόλμησε να το ανεβάσει. Όταν τελικά το έργο  πρωτοπαρουσιάστηκε, το κοινό βρέθηκε αντιμέτωπο με έναν δεκαπεντασύλλαβο "ανορθόγραφο" και αναρχικό, που τσάκιζε τη γλώσσα, τα ήθη, την πολιτική και την καθημερινότητα με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Η πρώτη αντίδραση ήταν αμηχανία. Χρειάστηκαν είκοσι χρόνια μέχρι η παράσταση του Θανάση Παπαγεωργίου και της Λήδας Πρωτοψάλτη να αποκαλύψει στο κοινό ότι αυτό που έβλεπε δεν ήταν απλώς μια κωμωδία, αλλά μια γλωσσική επανάσταση.

Ο Μποστ μιλούσε για το έργο του με τη γνώριμη, παιχνιδιάρικη αυτοειρωνεία του: η «Φαύστα», έλεγε, μπορεί να γίνει μιούζικαλ με τα τραγούδια, μονόπρακτο χωρίς αυτά, πολιτικό έργο με μερικές προσθήκες ή κωμικό παιχνίδι με μερικές αφαιρέσεις. Τη χαρακτήριζε «αυξομοιούμενο» έργο — ικανό να προσαρμοστεί στη λογοκρισία, στο κοινό, στη συγκυρία. Και με το γνωστό του θράσος παρατηρούσε ότι έκανε κάτι που «ούτε ο Σαίξπηρ ούτε ο Αισχύλος κατόρθωσαν».

Η ανορθόγραφη ποίηση του Μποστ, όσο κι αν πατά πάνω στην καθαρεύουσα, δεν είναι προϊόν άγνοιας αλλά βαθιάς γλωσσικής αυτογνωσίας. Η «σοφή ανορθογραφία» του, όπως υπαινίσσεται ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, λειτουργεί σαν ρωγμή που ανοίγει τον δρόμο σε νέες σημασίες και απρόβλεπτες συνδηλώσεις. (προσέξτε πως σχολιάζει πχ στην παράσταση το "πούλησε το γιο του= το γιωτ του"). Μεγαλωμένος σε μια προσωπική «Βαβυλωνία» —μιλώντας από παιδί ρουμάνικα, γαλλικά, τουρκικά και ελληνικά— ο Μποστ ανέπτυξε τη δική του πολυγλωσσική μίξη: καθαρεύουσα, δημοτική, ξένες λέξεις, αργκό, νεολογισμοί. Όλα συνυπάρχουν χωρίς ιεραρχία, δημιουργώντας μια γλώσσα που μπερδεύει, ξαφνιάζει, και τελικά λυτρώνει.Γιατί μέσα σε αυτό το δημιουργικό χάος, ανθίζει ένα γέλιο παιδικό και αθώο: ένα γέλιο που πρώτα σαστίζει μπροστά στην ανορθογραφία και ύστερα απελευθερώνεται, ταράζοντας τη συμβατική λογική και αποκαθιστώντας την ουσία.

Ο Μποστ δεν έγραψε για να προσβάλει τους κανόνες της τέχνης. Έγραψε για να θυμίσει πως οι κανόνες αξίζουν μόνο όταν ανακαλύπτονται ξανά, κάθε φορά από την αρχή — όπως εύστοχα σημειώνει ο Μάνος Στεφανίδης. Η «Φαύστα» παραμένει έτσι μια από τις πιο ελεύθερες και ζωντανές στιγμές του ελληνικού θεάτρου: ένα έργο που γελά με τη γλώσσα για να μιλήσει σοβαρά για την κοινωνία.

 
Ονοματοδοσία Αιθουσών

Κάνε κι εσύ τη δική σου πρόταση.

ονοματοδοσια

 Για τάξεις με μνήμη και ταυτότητα!

Καλώς ορίσατε στην ιστοσελίδα μας.

Σας παρακαλούμε πριν συνεχίσετε την πλοήγηση, διαβάστε τους Όρους Χρήσης.

aniemail18

Επικοινωνία

e-mail