Βιολογία

penguin_yellow

Γνωμικά
«Η παιδεία είναι πανηγύρι της ψυχής, γιατί σ' αυτήν υπάρχουν πολλά θεάματα και ακούσματα της ψυχής.»

Σωκράτης

Η μαντινάδα της ημέρας
Η λεβεντιά είναι μια πληγή
που πάντα αίμα τρέχει
Θε μου και πώς τηνε βαστά
εκείνος που την έχει.
Αρχική Εκπαιδευτικό υλικό Θέματα Λογοτεχνίας-Τέχνης Νίκος Καββαδίας, «Kuro Siwo»: η επιθυμία του ταξιδιού - το ταξίδι προς την Ουτοπία του Χρήστου Δανιήλ

logo

Νίκος Καββαδίας, «Kuro Siwo»: η επιθυμία του ταξιδιού - το ταξίδι προς την Ουτοπία του Χρήστου Δανιήλ

Νίκος Καββαδίας, «Kuro Siwo»: η επιθυμία του ταξιδιού - το ταξίδι προς την Ουτοπία του Χρήστου Δανιήλ

kavvadia

 

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ
Kuro Siwo1
Η δύσκολη αλλά γοητευτική ζωή των ναυτικών αποτελεί το αυτοβιογραφικό υλικό των ποιη-
μάτων του Ν. Καββαδία. Στο «Kuro Siwo» τα στοιχεία αυτά διαπλέκονται γύρω από μια μακρινή ερω-
τική μορφή, η μνήμη της οποίας συντροφεύει τις μοναχικές ώρες του ποιητή. Το ποίημα προέρχεται
από τη συλλογή Πούσι (1947).

 


Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος2 για το Νότο
δύσκολες βάρδιες3, κακός ύπνος και μαλάρια4.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε, με το πρώτο.
Πέρ’ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου ’πανε μιαν κούφια ώρα στην Αθήνα.
Στα νύχια μπαίνει το κατράμι5 και τ’ ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες στο μυαλό σου να σφυρίζει,
«ο μπούσουλας6 είναι που στρέφει ή το καράβι;»
Νωρίς μπατάρισε7 ο καιρός κ’ έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες8, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που’ χα με κούραση γυμνάσει9.
Η λαμαρίνα! …10 η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το Kuro Siwo σα μια ζώνη
κι εσύ κοιτάς ακόμη πάνω απ’ το τιμόνι,
πώς παίζει ο μπούσουλας καρτίνι11 με καρτίνι.


1 kuro Siwo: θερμό θαλάσσιο ρεύμα του βόρειου Ειρηνικού Ωκεανού
2 ναύλος: μισθωμένο δρομολόγιο
3 βάρδιες: υπηρεσίες που εκτελούνται με εναλλαγή των εργαζομένων
4 μαλάρια: η ελονοσία
5 κατράμι: πίσσα
6 μπούσουλας: ναυτική πυξίδα
7 μπατάρισε ο καιρός: άλλαξε ο καιρός
8 σκατζάρισες: άλλαξες βάρδια
9 γυμνάσει: εκπαιδεύσει
10 λαμαρίνα: λεπτό σιδερένιο έλασμα
11 καρτίνι: ναυτικός όρος, το τέταρτο του ρόμβου


Mal du départ12
Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων13,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.
Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρ, τ’ Αλγέρι και το Σφαξ
θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία
κι εγώ, σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.
Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ·
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα ’χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου, χαρούμενη, θα λέει σ’ όποιον ρωτά:
«Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει…»
Μα ο εαυτός μου μια βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο, ως ένας δικαστής στυγνός, θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίστη14 θα χτυπήσει.
[1933]

12 mal du départ: οδυνηρή, αρρωστημένη λαχτάρα για αναχώρηση
13 πόντος: ανοιχτή θάλασσα, πέλαγος
14 φταίστη: φταίχτη

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΑΡΑΣ
«Oceania»
Ι
Είναι τ’ ωραίο του όνομα.
Επέρασε προχτές απ’ τα νερά μας,
κάποιο υπερωκεάνιο,
που βγήκε φέτος απ’ τα ναυπηγεία
κι ήρτε στη θάλασσά μας.
Το γεγονός δεν είναι τόσο σπάνιο·
συνήθισαν καιρό τα βλέμματά μας
στα τόσα που περνούν μεγάλα πλοία.
Μα αυτό το εξαίσιο υπερωκεάνιο,
που φέτος έχει βγει απ’ τα ναυπηγεία,
σαν όνειρο αργόπλεε τιτάνιο,
σαν όνειρο που εγέμιζε μαγεία
προ πάντων την αποδημητική
θαυμαστική ψυχή μου,
που πιότερο απ’ των γυναικών
–μα βέβαια απ’ των γυναικών–
χαίρεται –πόσο!– τις γραμμές
πόχουν τα ωραία πλοία!
Το κοίταζα:
Μόλις κυάνιζε ο καπνός
στο χαμηλό, πλατύ φουγάρο.
Κινούσε με νωχέλεια15
την βραδυκίνητή του εντέλεια.
Λευκά τα καταστρώματα.
Στιλπνός16 και μελανός ο θώρακάς του.
Όλο μαζί είχε την ισχύ
μεγάλου ποσειδώνιου δυνάστου.
Το κοίταζα:
Μόλις κυάνιζε17 ο καπνός
στο χαμηλό, πλατύ φουγάρο…
Μόλις –τι μόλις;– θ’ άλλαζα
ζωή με κάποιον πίσω του
που ακολουθούσε γλάρο…
[1933]


15 νωχέλεια: νωθρότητα, ραθυμία, τεμπελιά
16 στιλπνός: λαμπερός, γυαλιστερός
17 κυάνιζε: έπαιρνε ένα βαθύ γαλάζιο χρώμα


ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ
Ταορμίνα
Όλο λέω να φύγω μιαν ημέρα,
όλο λέω να πάω στην Ταορμίνα…
Σε πέλαγο γαλάζιας νοσταλγίας
τ’ Όνειρο τραγουδάει σα σειρήνα:
–Ταορμίνα! Ταορμίνα! Ταορμίνα!…
Ω κάλεσμα γλυκό σαν των πουλιώνε18
σε πρωινές βραγιές το Μάη το μήνα!
Κι όλο λέω να φύγω, κι όλο λέω
τα πάντα στη ζωή μου να τ’ αφήσω,
να διπλομανταλώσω όλες τις πόρτες
και, δίχως καν τα μάτια να γυρίσω,
μ’ άτρεμα τα φτερά –ν’ αποδημήσω19.
Πως τρικυμίζει μέσα μου η λαχτάρα
ν’ αφήσω τη ζωή μου –για να ζήσω!
Τα βράδια, πλάι στη λάμπα μου σκυμμένος,
ξέθωρους χάρτες ναυτικούς κοιτάω,
μπροστά μου έχω παμπάλαια βιβλία,
που κάθε τόσο τα φυλλομετράω:
το δρόμο που θα πάρω μελετάω.
Μα τα χρόνια περνάνε κι όλο μένω,
πάντα κάτι τυχαίνει –και δεν πάω…
Κι ούτε θα πάω ποτές! Η Ταορμίνα
(κι αν υπάρχει) για μένα θε να μείνει
του εξόριστου τ’ Ονείρου μου η Πατρίδα,
σα μια ευτυχία που μου’ ναι ταγμένη
και που ό,τι κι αν συμβεί –με περιμένει,
ενώ, αν είχα πάει, τι θα ’χα τώρα
την άχαρη ζωή μου να γλυκαίνει;
[1953]


18 πουλιώνε: πουλιών
19 αποδημώ: φεύγω από την πατρίδα και διανέμω σε ξένο τόπο, (μεταφορικά) πεθαίνω


Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Η Πόλις
Είπες· «Θα πάγω20 σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθειά μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου –σαν νεκρός– θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φτάνεις. Για τα αλλού –μη ελπίζεις–
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη21 τούτη τη μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
[1910]

20 πάγω: πάω
21 κώχη: γωνιά

Ιθάκη
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μεν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια22 και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους23,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.
Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.
[1911]


22 σεντέφια: μαργαριτάρια
23 έβενος: είδος πολύτιμου ξύλου, μαύρου και γυαλιστερού

 

Το τραγούδι της ημέρας

Χρήστος Θηβαίος , Πόσο πολύ σ' αγάπησα

Ποιητικά θραύσματα

Ενα παιδί τρέχει μέσα στις φωτιές.
Η άσφαλτος είναι θάλασσα.
Η φωνή μνήμη και η μνήμη μαχαίρι
που σχίζει τη χάρτινη ησυχία σας.

Ενα παιδί τρέχει μέσα στις φωτιές
να σπάσει την τζαμαρία της Ιστορίας.

Εδώ είναι, εκεί είναι. Ανοιξη είναι,
θέρος είναι, αέρας είναι και μας παίρνει μαζί του.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ, Η γενική απεργία

5gym-erasmus-lοgo

Καλώς ορίσατε στην ιστοσελίδα μας.

Σας παρακαλούμε πριν συνεχίσετε την πλοήγηση, διαβάστε τους Όρους Χρήσης.

 aniemail18

Επικοινωνία