Βιολογία

penguin_yellow

Γνωμικά
Η ευτυχία είναι κάτι το οποίο όταν διαιρείται, πολλαπλασιάζεται.
Πάουλο Κοέλο
Η μαντινάδα της ημέρας
Δεν τα λυγίζω τα φτερά στην μπόρα κι ας τα χάσω
ποτέ μου δεν εδιάλεξα καιρό για να πετάξω
Αρχική Ελεύθερος χρόνος Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες Tο κοριτσάκι με τα σπίρτα

 

Tο κοριτσάκι με τα σπίρτα

images?ταν Δεκέμβριος, ? τελευταία ?μέρα το? χρόνου. Χιόνιζε ?σταμάτητα κα? ? μεγάλη πόλη ε?χε σκεπαστε? μ? ?να κατάλευκο πέπλο, ?ν? τ? σούρουπο ?πεφτε μουντό. Στο?ς χιονισμένους δρόμους, χαρούμενοι διαβάτες βάδιζαν βιαστικά, φορτωμένοι μ? φανταχτερ? πακέτα κα? δ?ρα. Μ? κανε?ς δ?ν ?δινε σημασία στ? κοριτσάκι μ? τ? σπίρτα! ?δικα ? μικρ? ?ρφαν? διαλαλο?σε τ? φτωχικ? πραμάτεια της κα? σίμωνε δειλ? το?ς περαστικούς, ζητώντας μ? σβησμένη φων? ν? ?γοράσουν ?να κουτ? σπίρτα. ?δικα ψιθύριζε ?χν? π?ς δ?ν ζητιάνευε, π?ς πουλο?σε σπίρτα γι? ν? ζήσει, ?φο? δ?ν ε?χε κανένα στ?ν κόσμο. Δ?ν ε?χαν ?ρα γι? μία πλανόδια πωλήτρια. Νύχτωνε κα? ?λοι βιάζονταν ν? ?πιστρέψουν στ? ζεστά τους σπίτια, στ?ν ο?κογενειακ? θαλπωρή, στ? γιορτιν? τραπέζι μ? τ?ς χίλιες λιχουδιές, στ? καταστόλιστο χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Ο? διαβάτες, τυλιγμένοι στ? ζεστ? πανωφόρια τους, μ? τ? μάλλινα καπέλα κατεβασμένα ?ς τ? α?τι? κα? τ?ς ?σάρπες γύρω ?π? τ? λαιμό, ?τρεχαν κρατώντας πακέτα στ? γαντοφορεμένα τους χέρια, ?ν? ? ζεστ? ?νάσα τους ?χνιζε στ?ν παγωμένο ?γέρα. Ο? καρότσες περνο?σαν βιαστικ? κα? ο? ρόδες τους ?φηναν βαθι?ς α?λακι?ς στ? χιονισμένο δρόμο. Τ? ?λογα ρουθούνιζαν καλπάζοντας ρυθμικ? πάνω στ? λιθόστρωτο κα? τ? πέταλά τους τίναζαν λάσπη κα? μισολειωμένο χιόνι.

Ξαφνικά, μι? ?μαξα πέρασε τόσο γρήγορα πο? ? μικρούλα μόλις πο? πρόλαβε ν? τραβηχτε? στ?ν ?κρη το? δρόμου. Κα? ?πως ? παιδούλα γλιστρο?σε στ? χιόνι, τ? ?να της ξύλινο τσόκαρο τινάχτηκε πέρα μακριά, ?ν? τ? σπίρτα ξέφυγαν ?π? τ?ν ποδιά της κα? σκορπίστηκαν δεξι? κα? ?ριστερ? στ?ν ?γρ? δρόμο.

Τ? κοριτσάκι γονάτισε στ? χιόνι κα? ?ρχισε ν? μαζεύει ?να-?να τ? μουσκεμένα σπίρτα. Α?τ? ?ταν ?λο τ? βι?ς κα? ?λος ? κόσμος της. Γονε?ς, σπίτι, ο?κογένεια δ?ν ?ταν παρ? μία μακριν? ?νάμνηση γι? τ? φτωχ? ?ρφανή. Μόνη της περιουσία, τ? νοτισμένα ?π? τ? χιόνι ξυλάκια, τ? μουσκεμένα σπίρτα.

Τρέμοντας ?π? τ? κρύο μέσα στ? φθαρμένα ρουχαλάκια της, μ? τ? ποδαράκια γυμν? μέσα στ? χιόνι, ? μικρούλα μάζευε μ? τ? ξυλιασμένα ?π? τ? κρύο χεράκια ?να-?να τ? σπίρτα κα? τ? ξανάχωνε προσεκτικ? στ?ν κόρφο της. Τ? χιόνι ?πεφτε πυκν? πάνω στ? ?παλ? μαλλάκια, βρέχοντας τ?ς πυρόξανθες μπο?κλες πο? κολλο?σαν στ? ?χρ? προσωπάκι της.

Κα? ?πως μάζευε βιαστικ? τ? σπίρτα, ?να ?γόρι κουκουλωμένο ζεστά, πέρασε σιμά, ε?δε τ? ξύλινο τσόκαρο, ?σκυψε, τ? π?ρε κα? ?φυγε γοργά, πρ?ν ? μικρούλα προλάβει ν? μιλήσει.

?ναστενάζοντας ?πογοητευμένη, ? μικρούλα με τ? σπίρτα ?νασηκώθηκε κα? ξαναπ?ρε τ? στράτα, σέρνοντας βαρι? τ? βήματά της. ?νιωθε πι? βασανιστικ? τ? κρύο, τ?ν κούραση, τ?ν πείνα, μ? δ?ν ε?χε πουλήσει ο?τε ?να κουτ? σπίρτα ?π? τ? πρωί. Π?ς ν? γυρίσει νηστική, χωρ?ς ο?τε ?να ξεροκόμματο, πίσω στ?ν παγωμένη τρώγλη;

?λλ? πάλι, ποι?ς θ? ?γόραζε σπίρτα τ? νύχτα τ?ς παραμον?ς τ?ς Πρωτοχρονι?ς; ?λοι ε?χαν τ? πάντα περισσά. Ο? δρόμοι ε?χαν τώρα ?ρημώσει. ?π? τ?ς σφαλιστ?ς ?ξώθυρες ?κούγονταν κάλαντα, τραγούδια κα? γέλια κα? πίσω ?π? τ? φωτισμένα παράθυρα φάνταζαν πανέμορφα τ? στολισμένα δέντρα.

Τ? κοριτσάκι προχώρησε στ? γωνι? το? δρόμου καί, μαγεμένη λές, κοντοστάθηκε κάτω ?π? τ?ν ?ναμμένο φανοστάτη. ?π? τ? παράθυρο κάποιου σπιτιο? ?βλεπε ?να δωμάτιο μ? χριστουγεννιάτικες γιρλάντες κα? στολίδια κα? μία τρυφερ? μανούλα ν? ταΐζει μ? στοργ? κα? ?πέραντη ?γάπη τ?ν κορούλα της.

Τ? ματάκια της βούρκωσαν. ?ποκαμωμένη κα? μελαγχολικ? κούρνιασε στ? πλατύσκαλο τ?ς βαρι?ς πόρτας, πο? τ? στόλιζαν στεφάνια κα? γιρλάντες ?π? γκ? κα? ο?. Τότε κοντοζύγωσε δειλ? ?να ?δέσποτο σκυλάκι. ? καρδι? τ?ς μικρ?ς σπάραξε. Δ?ν ε?χε τίποτε ν? τ? φιλέψει, ο?τε μία μπουκι? φαγητ? ν? μοιραστε? μαζί του. Μόνο χάδια μπορο?σε ν? το? δώσει κα? λόγια παρηγορι?ς. ? ?ρα περνο?σε κα? τ? κρύο γινόταν ?λο κα? πι? διαπεραστικό. Κανε?ς δ?ν θ? ?γόραζε πι? σπίρτα. ?ν ?ναβε ?να, ?να μονάχα, γι? ν? ζεστάνει στ? φλογίτσα του τ? ξυλιασμένα δάχτυλά της;

Καθ?ς ?ναψε τ? σπίρτο, μ? τ? μάτια τ?ς φαντασίας της ? μικρούλα ε?δε μ?ς στ? λάμψη του, μι? ε?κόνα γεμάτη ?μορφιά, ζεστασι? τρυφερότητα κα? ε?τυχία.

Καταμεσ?ς το? δρόμου, λέει, ?νάμεσα στ? ψηλ? σπίτια μ? τ?ς χιονισμένες στέγες κα? τ?ς καμινάδες πο? καπνίζουν, ?στεκε ζεστ? κα? πυρακτωμένη μία ?ναμμένη σόμπα ?π? μα?ρο μαντέμι. Ο? φλόγες φάνταζαν κατακόκκινες κα? πελώριες μέσα ?π? τ? μισάνοιχτη πορτούλα κα? μία τσαγιέρα μ? ε?ωδιαστ? τσάι ?χνιζε στ? φωτιά, ?ν? μία τρυφερ? γατούλα μισοκοιμόταν γουργουρίζοντας πάνω στ? μαλακ? χαλάκι. ?στερα ? φλόγα το? σπίρτου τρεμόπαιξε κι ?σβησε. ? μικρούλα δ?ν δίστασε διόλου. Π?ρε ?να δεύτερο σπίρτο, τ? ?τριψε μ? δύναμη κα? στ? μαγεμένα μάτια της παρουσιάστηκε ?να πλούσια στρωμένο γιορτιν? τραπέζι. Πάνω στ? φρεσκοσιδερωμένο κεντητ? λιν? τραπεζομάντηλο, ? ροδοκόκκινη καλοψημένη γαλοπούλα ε?ωδίαζε στ?ν πιατέλα, ? σούπα ?χνιζε στ? σουπιέρα κα? τ? ?φρ?τα ψωμάκια μοσχομύριζαν γλυκάνισο κα? μυρωδικά.

Στ? φ?ς το? φανοστάτη το? γκαζιο? ο? κο?πες μ? τ? γλυκίσματα γίνονταν ?κόμα πι? λαχταριστές, ?ν? κάπου ?π? τ? βάθος ?φθανε λιγωτικ? ? ε?ωδι? ?π? τ? τσουρέκια. ?σπου ? φλογίτσα ?σβησε ?ρεμα κα? τ? ξυλάκι στ? παγωμένο χέρι τ?ς μικρούλας ?πέμεινε μα?ρο, καρβουνιασμένο.

Χωρ?ς χρονοτριβή, τ? κοριτσάκι π?ρε ?να ?κόμα σπίρτο κα? τ? ?ναψε μ? λαχτάρα. Κα? ? μαγική του φλόγα φώτισε γι? λίγο ?λλη μι? ?πτασία. Στ?ν ?ρημη πλατεία τ?ς πόλης ?ψώθηκε ξαφνικ? ?να τεράστιο καταπράσινο κα? φουντωτ? ?λατο. ?πάνω στ? κλωνιά του ?στραφταν δεκάδες πολύχρωμα κεράκια κα? στ? φ?ς τους ο? βελόνες το? δέντρου ?λαμπαν. Γιρλάντες ?πλώνονταν μ? χάρη στ? κλαρι? κα? χρωματιστ?ς μπαλίτσες ?ρίδιζαν στ? μισόφωτο. ?δ? κι ?κε? μικρ? δωράκια, τυλιγμένα σ? γυαλιστερ? χριστουγεννιάτικο χαρτί, περίμεναν ν? ?πλώσεις τ? χέρι κα? ν? τ? πάρεις... Μ? σ?ν ?σβησε τ? σπίρτο, χάθηκε μονομι?ς ?λη τούτη ? ?μορφιά.

Τ? κοριτσάκι δ?ν ?ντεξε. Π?ρε ?λα τ? σπίρτα ?π? τ?ν ποδιά της κα? ?να ?να ?ρχισε ν? τ? ?νάβει. Τότε, τ? ?ναμμένα ξυλάκια ξέφυγαν ?π? τ? παγωμένα δάχτυλά της, τινάχτηκαν στ? νυχτεριν? ?γέρα κα? ?ρχισαν ν? διαγράφουν μικρ?ς φωτειν?ς τροχιές, πο? σπίθιζαν σ?ν πυροτεχνήματα ? σ?ν ?ναρίθμητα ?στεράκια στ?ν ο?ρ? ?ν?ς τεράστιου κομήτη. Κα? σ? λίγο ? κομήτης ?ρθε κα? καρφώθηκε στ? βελούδινο ο?ρανό, πελώριος, ?λόφωτος, ?κτυφλωτικός...

?σπου τ? πελώριο ?στέρι σιγ?-σιγ? μεταμορφώθηκε. Τ? ?κτυφλωτικ? φ?ς το? γέμισε σκι?ς πο? π?ραν σχ?μα κα? μορφ? κα? ξαφνικ? ? κομήτης ?λλαξε ?ψη κα? ?γινε μία γριούλα μ? τρυφερ? πρόσωπο κα? ζεστ? χαμόγελο, μ? γελαστ? μάτια κα? μία ?ρθάνοιχτη στοργικ? ?γκαλιά. «Γιαγιά!» ψιθύρισε ?κστατικ? ? μικρούλα, ?ναγνωρίζοντας τ? σεβάσμια γυναίκα. «Πολυαγαπημένη μου, γλυκι? γιαγιούλα! ?σ? ε?σαι, πο? μο? ?ψηνες πίτες κα? χίλιες ?λλες λιχουδιές, πο? μο? σιγοτραγουδο?σες νανουρίσματα κα? μ? κοίμιζες μ? παραμύθια γι? νεράιδες κα? ξωτικά, πο? μ? σκέπαζες στοργικ? κι ?γιανες τ? λαβωμένο γόνατό μου! Μ? μ? ?φήσεις μόνη ?λλο πιά. Πάρε με κοντά σου!».

Κα? ? γιαγιά, σ?ν ?λες τ?ς γιαγιάδες το? κόσμου, ?νοιξε τ? ζεστ? ?γκαλιά της κι ?κλεισε μέσα σφιχτά τη μονάκριβη ?γγόνα της. Κα? ?πως τ? γλυκοφιλο?σε, τ?ν π?ρε κα? πέταξαν ψηλ? στ? ο?ράνια, πάνω στ? σπίτια κα? στ? δέντρα. «Κοίτα!» ε?πε ? γιαγιά. «Κάθε σπιτικ? ε?ναι κα? μία ο?κογένεια κα? τ? κάθε παραθύρι φωτίζει ?χι τ? φ?ς μι?ς λάμπας, ?λλ? ? ?γάπη πο? ?νώνει τ?ν ο?κογένεια. Μ? τ?ν ?γάπη μπορε?ς ν? φωτίσεις κα? ν? ζεστάνεις τ?ν κόσμο ?λο! Μ? διώξεις ποτ? τ?ν καλωσύνη ?π? τ?ν καρδιά σου κα? τότε θ? βρίσκεις, μ? κα? θ? χαρίζεις πάντα τ?ν ?γάπη».

Σ?ν ξημέρωσε ? Πρωτοχρονιά, ο? περαστικο? ε?δαν ?πορημένοι μία γλυκι? φτωχοντυμένη παιδούλα ν? κοιμ?ται γαλήνια στ? πλατύσκαλο ?ν?ς σπιτιο? ?πάνω στ? χιόνι, τριγυρισμένη ?π? ?ναρίθμητα καμένα σπίρτα. Κα? σ?ν ?νοιξε ? ?ξώθυρα κα? βγ?καν ο? νοικοκυρα?οι το? σπιτιο?, συγκινήθηκαν. ?νοιξαν ?ρθάνοιχτη τ?ν ?γκαλιά τους κα? π?ραν κοντ? το?ς τ? κοριτσάκι μ? τ? σπίρτα κα? μαζ? τ? φτωχ? ?δέσποτο σκυλάκι. Κα? στ? σπιτικ? α?τ? δ?ν ?παψε ποτ? ν? βασιλεύει ? ?γάπη, πο? ζέσταινε κα? φώτιζε ?λους γύρω.

Πηγή

 

 

Το τραγούδι της ημέρας

Αλκίνοος Ιωαννίδης , Πατρίδα

Ποιητικά θραύσματα

 
Άνθρωποι που δε γνώρισα ποτέ μου δώσαν το αίμα μου και τ? όνομά μου
στην ηλικία μου χιονίζει, χιονίζει αδιάκοπα
μια κίνηση πάντα σα να ΄θελα να προφυλαχτώ από ?να χτύπημα
δίψασα για όλη τη ζωή, κι όμως την άφησα
για ν? αρπαχτώ απ? τα πελώρια αγκάθια της αιωνιότητας,
η σάρκα μου ένας επίδεσμος γύρω απ? το αυριανό μου τίποτα
κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει στον πόνο μου
εκτός απ? τον ίδιο μου τον πόνο ?είμαι εδώ, ανάμεσά σας, κι ολομόναχος,
κ? η ποίηση σα μια μεγάλη αλήθεια που την ανακαλύπτεις ύστερ? από χρόνια,
όταν δεν μπορεί να σου χρησιμέψει πια σε τίποτα.
Επάγγελμά μου: το ακατόρθωτο.

(Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 141, Σεπτέμβρης 1966, σελ. 137)
Σύλλογος Γονέων & Κηδεμόνων

syllogos

Καλώς ορίσατε στην ιστοσελίδα μας.

Σας παρακαλούμε πριν συνεχίσετε την πλοήγηση, διαβάστε τους Όρους Χρήσης.

 aniemail18

Επικοινωνία